αιματοκυλάω


αιματοκυλάω
αιματοκυλάω (σπάν. αιματοκυλώ), αιματοκύλισα βλ. πίν. 70 και πρβλ. αιματοκυλίζω
——————
Σημειώσεις:
αιματοκυλάω : σύμφωνα με τη Γραμματική Τριανταφυλλίδη, όταν οι δύο τύποι σε -άω και σε -ίζω έχουν την ίδια σημασία (όπως αιματοκυλάω / αιματοκυλίζω), τότε επικρατεί ο αόριστος σε -ισα.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.